πτέρυξ

πτέρυξ
πτέρυξ, υγος, ἡ (πτερόν ‘feather’; cp. πέτομαι; Hom. et al.; SIG 1167, 1–5; POxy 738, 10; LXX, Test12Patr, JosAs, GrBar; ApcSed 2:4; ApcMos 26; Jos., Ant. 8, 72) wing, of birds Mt 23:37; Lk 13:34; Rv 12:14 (Test Napht 5:6 πτ. ἀετοῦ). The four strange creatures of Rv have six wings apiece (cp. Is 6:2) Rv 4:8. Of apocalyptic locusts ἡ φωνὴ τῶν πτ. the noise of the wings 9:9.—B. 245. DELG s.v. πτερόν. M-M.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πτέρυξ — wing fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυξ — υγος, ἡ, ΜΑ βλ. πτέρυγα …   Dictionary of Greek

  • πτερύγεσιν — πτέρυξ wing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγεσσι — πτέρυξ wing fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγεσσιν — πτέρυξ wing fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγοιν — πτέρυξ wing fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγων — πτέρυξ wing fem gen pl πτερυγόω fly imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) πτερυγόω fly imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγα — πτέρυξ wing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγας — πτέρυξ wing fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγε — πτέρυξ wing fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγες — πτέρυξ wing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”